ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟ Π.Δ. 340/1998 «ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΛΟΓΙΣΤΗ - ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΥ - ΑΔΕΙΑΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ»

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟ Π.Δ. 340/1998 «ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΛΟΓΙΣΤΗ -

ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΥ - ΑΔΕΙΑΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣ»

1. Όπου στο κείμενο ή στον τίτλο του π.δ. 340/1989 (Α' 228) αναφέρονται οι φράσεις «άδεια ασκήσεως», «ειδική άδεια ασκήσεως επαγγέλματος», «άδεια» ή «άδεια ασκή­σεως επαγγέλματος» αντικαθίστανται από τη φράση «επαγγελματική ταυτότητα».

2. Το άρθρο 4 του π.δ. 340/1989 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 4

Χορήγηση επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή - φοροτεχνικού

1. Για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή, φοροτεχνικού και τη χορήγηση της σχετικής επαγγελ­ματικής ταυτότητας υποβάλλεται στην Κεντρική Δι­οίκηση του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας (ΟΕΕ) ή ανάλογα με τον τόπο της επαγγελματικής του εγκατάστασης στην αρμόδια Τοπική Διοίκηση Περιφε­ρειακού Τμήματος του ΟΕΕ αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος.

2. Στην αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος λογιστή - φοροτεχνικού αναφέρονται τα στοιχεία ταυ­τότητας, μόνιμης κατοικίας, επαγγελματικής απασχόλη­σης και οι τίτλοι σπουδών του ενδιαφερομένου.

3. Η αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος λο­γιστή - φοροτεχνικού συνοδεύεται υποχρεωτικά από αντίγραφα των πτυχίων, των τίτλων σπουδών ημεδαπής ή αποφάσεων ΣΑΕΠ περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων, έγγραφο έναρξης δραστηριότητας από την αρμόδια αρχή, αντίγραφο ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, το οποίο αναζητείται υπηρεσιακά, καθώς και των απαιτουμένων εγγράφων για την απόδειξη της άσκησης επαγγέλματος από τον ενδιαφερόμενο, όπως ορίζεται στο άρθρο 15.

4. Στην περίπτωση αίτησης για τη χορήγηση επαγ­γελματικής ταυτότητας ανώτερης τάξης υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο, εκτός από τα απαιτούμενα δι- καιολογητικά άσκησης του επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού και αντίγραφο του προβλεπόμενου από την περίπτωση στ' της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, πιστοποιητικού παρακολούθησης επιμορ­φωτικών σεμιναρίων και αξιολόγησης του υποψηφίου.

5. Η επαγγελματική ταυτότητα λογιστή - φοροτεχνι­κού χορηγείται με απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης ή της αρμόδιας Τοπικής Διοίκησης Περιφερειακού Τμήμα­τος του Ο.Ε.Ε. εάν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.

6. Η απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης ή της αρμόδιας Τοπικής Διοίκησης Περιφερειακού Τμήματος του ΟΕΕ για τη χορήγηση της επαγγελματικής ταυτότητας ή για την απαγόρευση της άσκησης του επαγγέλματος του λογιστή φοροτεχνικού εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της αναγγελίας και της πλήρους υποβολής των προβλεπομένων νομίμων δικαιολογητι- κών. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της αναγγελίας και της πλήρους υποβολής των προβλεπομένων νομίμων δικαιολογητι- κών, η ταυτότητα εκδίδεται αυτόματα. Σε περίπτωση απαγόρευσης της άσκησης του επαγγέλματος λογι­στή - φοροτεχνικού, το Ο.Ε.Ε. ενημερώνει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο, γνωστοποιώντας τους λόγους της απαγόρευσης. Το Ο.Ε.Ε. μπορεί οποτεδήποτε, ακόμη και μετά την παρέλευση τριμήνου από την αναγγελία, να απαγορεύσει την άσκηση του επαγγέλματος και να προβεί στην αφαίρεση της επαγγελματικής ταυτό­τητας, αν διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού.

7. Ο λογιστής - φοροτεχνικός υποχρεούται να υποβά­λει στο Ο.Ε.Ε., εντός του πρώτου διμήνου κάθε έτους, υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, στην οποία θα δηλώνει ότι ασκεί το επάγγελμα του λογιστή - φοροτεχνικού, ότι δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 14 του π.δ. 340/1998, ότι δεν έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παρά­πτωμα σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας λογιστών

-    φοροτεχνικών και ότι έχει παρακολουθήσει όλη την αναγκαία εκπαίδευση που αντιστοιχεί στο επίπεδο της επαγγελματικής του κατάταξης, η οποία παρέχεται από το Ο.Ε.Ε.. Αν ο λογιστής - φοροτεχνικός δεν καταθέσει την υπεύθυνη δήλωση εντός του πρώτου διμήνου, δεν εντάσσεται στο Μητρώο λογιστών - φοροτεχνικών του Ο.Ε.Ε. του άρθρου 11. Η πρόσβαση στο συγκεκριμένο αρχείο θα αποκαθίσταται με την κατάθεση της υπεύ­θυνης δήλωσης. Το Ο.Ε.Ε. ελέγχει το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης, ενημερώνει αυτόματα το Μητρώο Λογιστών - Φοροτεχνικών και εκδίδει ειδική πράξη σε όσους αυτοδίκαια έχουν εκπέσει λόγω της μη τήρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας.

8. Επαγγελματική ταυτότητα λογιστή - φοροτεχνικού δεν χορηγείται σε όσους έχουν καταδικαστεί αμετά- κλητα για αδικήματα που αναφέρονται στην παρ. 1. του άρθρου 14.

9. Η επαγγελματική ταυτότητα χορηγείται μόνο σε φυσικά πρόσωπα.

10.    Για την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας και την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης απαιτείται η κατα­βολή δικαιωμάτων υπέρ του Ο.Ε.Ε, το ύψος των οποίων καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Οικονομικών. Η ιδιότητα του μέλους του Ο.Ε.Ε. δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή - φοροτεχνικού μετά την 1.1.2015.»

3. Το άρθρο 10 του π.δ. 340/1998 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 10 Νομικά πρόσωπα παροχής λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών - Αντιπρόσωποι

1. Για τη λειτουργία νομικών προσώπων παροχής λο­γιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών απαιτείται βεβαί­ωση αναγγελίας έναρξης λογιστικών και φοροτεχνικών εργασιών, η οποία χορηγείται από το Ο.Ε.Ε..

2. Για τη χορήγηση της βεβαίωσης αναγγελίας της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου αναγγελία έναρξης λειτουργί­ας επιχείρησης παροχής λογιστικών και φοροτεχνι­κών υπηρεσιών, η οποία συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα των εγγράφων ή πιστοποιητικών, από τα οποία προκύπτουν η νόμιμη σύσταση, λειτουργία και εκπροσώπηση του νομικού προσώπου.

3. Φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με οποιαδήπο- τε σχέση με τα παραπάνω νομικά πρόσωπα και είναι εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν για λογαριασμό αυ­τών πράξεις που ανάγονται στο αντικείμενο εργασιών του λογιστή φοροτεχνικού απαιτείται να είναι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή - φοροτεχνικού.»

4. Το άρθρο 11 του π.δ. 340/1998 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 11 Μητρώο Λογιστών - Φοροτεχνικών και Νομικών Προσώπων Παροχής Λογιστικών και Φοροτεχνικών Υπηρεσιών

1. Στο Ο.Ε.Ε. τηρείται μητρώο φυσικών προσώπων κατόχων επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή - φο­ροτεχνικού κατά τάξεις, το οποίο ενημερώνεται κάθε έτος μετά την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης της παραγράφου 7 του άρθρου 4, καθώς και μητρώο των νομικών προσώπων παροχής λογιστικών και φοροτεχνι­κών υπηρεσιών, με μνεία του αριθμού βεβαίωσης που τους έχει χορηγηθεί και των στοιχείων του άρθρου 10.

2. Τα Μητρώα Λογιστών - Φοροτεχνικών και Νομι­κών Προσώπων Παροχής Λογιστικών και Φοροτεχνικών Υπηρεσιών του Ο.Ε.Ε. διασυνδέονται με τα αρχεία των λογιστών που μπορούν να υποβάλουν ηλεκτρονικά δη­λώσεις στα συστήματα του Υπουργείου Οικονομικών.»

5. Στην περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του π.δ. 340/1998 μετά τη λέξη πλαστογραφία προστί­θενται οι λέξεις «υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, χρήση υφαρπαχθείσης ψευδούς βεβαίωσης».

6. Το άρθρο 16 του π.δ. 340/1998 καταργείται μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από τη δημοσίευση του παρόντος. Οι άδειες ασκήσεως επαγγέλματος λογιστή - φοροτεχνικού εκδοθείσες που εκδόθηκαν με το άρθρο 16 π.δ. 340/1998 εξακολουθούν να ισχύουν.

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΑΕΔ - ΑΣΦΑ­ΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ

ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙ­ΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ,

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑ­ΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

IA.1. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΟΑΕΔ

I) Καταργούμενες διατάξεις που αφορούν σε ειδικές επιδοτήσεις ανεργίας και ειδικές εισοδηματικές ενι­σχύσεις ανεργίας

1. Από 1.1.2013 καταργούνται οι ακόλουθες διατάξεις νόμων, όπως ισχύουν σήμερα κατά το μέρος που αφο­ρούν σε ειδικές επιδοτήσεις ανεργίας και ειδικές εισο­δηματικές ενισχύσεις ανεργίας, καθώς οι κανονιστικές και οι διοικητικές πράξεις, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσι­οδότησή τους:

- Το άρθρο 43 του ν. 2778/1999 (Α' 295) με εξαίρεση την παράγραφο 5.

- Το άρθρο 7 του ν. 2941/2001 (Α' 201) με εξαίρεση την παράγραφο 8.

- Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 15 του ν. 3144/2003 (Α' 111).

- Η παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 3385/2005 (Α' 210).

- Τα άρθρα 10 και 11 του ν. 3408/2005 (Α' 272) με εξαί­ρεση την παράγραφο 4 του άρθρου 11.

- Το άρθρο 13 του ν. 3460/2006 (Α' 105), όπως αντι- καταστάθηκε από το άρθρο 11 του ν. 3660/2008 (Α' 78).

- Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 69 του ν. 3518/2006 (Α' 272).

- Το άρθρο 23 του ν. 3526/2007 (Α' 24), με εξαίρεση τις παραγράφους 10 και 11.

- Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 1, καθώς και το άρθρο 2 του ν. 3667/2008 (Α' 114).

- Το άρθρο 3 του ν. 3717/2008 (Α' 239).

- Το άρθρο 75 του ν. 3746/2009 (Α' 27).

- Το άρθρο 32 του ν. 3762/2009 (Α' 75).

-Οι παράγραφοι 4, 5 και 6 του άρθρου 74 του ν. 3996/2011 (Α' 170).

2. Οι επιδοτούμενοι την 31.12.2012, με βάση τις παρα­πάνω καταργούμενες διατάξεις, συνεχίζουν από 1.1.2013 να επιδοτούνται με βάση τις κοινές περί ανεργίας δι­ατάξεις και να λαμβάνουν το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργίας για χρονικό διάστημα 12 μηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. 2961/1954 (Α' 197), όπως ισχύουν.

3. Επιδοτούμενοι την 31.12.2012, των οποίων η επιδό­τηση με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις λήγει πριν την 31.12.2013, συνεχίζουν από 1.1.2013 να επιδοτούνται με βάση τις κοινές περί ανεργίας δια­τάξεις και να λαμβάνουν το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. 2961/1954 (Α' 197) μέχρι την ημερομηνία λήξης της επιδότησης, όπως αυτή έχει προσδιοριστεί με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.

4. Σε κάθε περίπτωση ουδείς άνεργος επιδοτούμενος μπορεί να συνεχίσει να επιδοτείται μετά την 31.12.2012 με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις.

5. Σε κάθε περίπτωση ουδείς άνεργος επιδοτούμενος, με βάση τις παραπάνω παραγράφους 2 και 3, μπορεί να συνεχίσει να επιδοτείται μετά την 31.12.2013.

II)    Καταργούμενες διατάξεις που αφορούν στην επι­δότηση λόγω ανεργίας απολυμένων μισθωτών λόγω συγχώνευσης - μεταφοράς - συνένωσης επιχειρήσεων

1. Από 1.1.2013 καταργούνται οι ακόλουθες διατάξεις νόμων, όπως ισχύουν σήμερα:

- Το άρθρο 6 του ν. 435/1976 ( Α' 251).

- Το άρθρο 4 του ν. 3302/2004 (Α' 267).

2. Επιδοτούμενοι την 31.12.2012, των οποίων η επιδό­τηση με βάση τις παραπάνω καταργούμενες διατάξεις λήγει πριν την 31.12.2013, συνεχίζουν από 1.1.2013 να επι­δοτούνται με βάση τις κοινές περί ανεργίας διατάξεις και να λαμβάνουν το βασικό μηνιαίο επίδομα ανεργί­ας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. 2961/1954 (Α' 197) όπως ισχύουν, μέχρι την ημερομηνία λήξης της επιδότησης, όπως αυτή έχει προσδιοριστεί με βάση τις καταργούμενες διατάξεις.

3. α.             Σε κάθε περίπτωση ουδείς άνεργος επιδοτού­μενος μπορεί να συνεχίσει να επιδοτείται μετά την

31.12.2012,   με βάση τις παραπάνω καταργούμενες δι­ατάξεις.

β. Σε κάθε περίπτωση ουδείς άνεργος επιδοτούμενος μπορεί να συνεχίσει να επιδοτείται μετά την 31.12.2013, με βάση τις παραπάνω υποπεριπτώσεις ΙΑ.1.ΙΙ.1 και ΙΑ.1.ΙΙ.2..

III)   Μέτρα Κοινωνικής Πολιτικής Μακροχρονίων Ανέρ­γων

1. Από 1.1.2014 Έλληνες υπήκοοι και υπήκοοι κρατών- μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι είναι ασφα­λισμένοι κατά της ανεργίας και ευρίσκονται σε διαρκή κατάσταση ανεργίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δώδεκα (12) μήνες, δικαιούνται επίδομα μακροχρο- νίως ανέργου, εφόσον έχουν εξαντλήσει το δικαίωμα τακτικής επιδότησης ανεργίας και το ετήσιο οικογε­νειακό εισόδημά τους δεν ξεπερνά το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Το όριο αυτό του εισοδήματος προσαυξάνεται κατά πεντακόσια ογδόντα έξι ευρώ και οκτώ λεπτά (586,08) ευρώ για κάθε ανήλικο τέκνο της οικογένειας.

2. Το ύψος του επιδόματος μακροχρονίως ανέργου δεν μπορεί να υπερβεί μηνιαίως το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ και καταβάλλεται για όσο χρονικό διάστημα οι δικαιούχοι παραμένουν άνεργοι και ουδέποτε πέραν των δώδεκα (12) μηνών.

3. Το προαναφερόμενο επίδομα, καθώς και τα επιδό­ματα ανεργίας, ασθένειας και μητρότητας δεν λαμβά- νονται υπόψη για τον κατά περίπτωση προσδιορισμό του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος με βάση το οποίο χορηγείται αυτό.

4. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργα­σίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζονται και εξειδικεύονται:

α) τα όρια ηλικίας των δικαιούχων, τα οποία δεν μπο­ρούν να είναι μικρότερα των είκοσι (20) και μεγαλύτερα των εξήντα έξι (66) ετών και τα κριτήρια που απαιτού- νται για την απόκτηση της ιδιότητας του δικαιούχου, καθώς και η διαδικασία χορήγησης των παροχών αυτών,

β) το ύψος της προαναφερόμενης παροχής, καθώς και η διαδικασία, ο τόπος, ο τρόπος και ο χρόνος κα­ταβολής της,

γ) τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την απόδειξη της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων χορήγησης της προαναφερόμενης παροχής, καθώς και τα δικαιολο- γητικά που απαιτούνται για την καταβολή της,

δ) οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την αναστολή ή τη διακοπή της παροχής και

ε) κάθε άλλο θέμα σχετικό με την παροχή.

5. Με όμοιες αποφάσεις δύνανται να αναπροσαρμό­ζονται το ύψος του προαναφερόμενου επιδόματος, τα όρια ηλικίας των δικαιούχων και το ύψος των εισοδη­ματικών ορίων.

6. Το παραπάνω επίδομα καταβάλλεται από τον Ο.Α.Ε.Δ., με διάθεση των αναγκαίων κονδυλίων από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.

7. Ως ετήσιο οικογενειακό εισόδημα, για την εφαρμο­γή του παρόντος, νοείται το συνολικό ετήσιο φορολο­γούμενο πραγματικό, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο, εισόδημα του φορολο­γούμενου, της συζύγου του και των ανήλικων τέκνων του από κάθε πηγή, με εξαίρεση τις αποζημιώσεις απόλυσης.

8. Οι παραπάνω εισοδηματικές ενισχύσεις δεν λαμβά- νονται υπόψη για τον κατά περίπτωση προσδιορισμό του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος με βάση το οποίο χορηγούνται αυτές.

9. Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του ν. 3016/2002 παύει να ισχύει από 1.1.2014 εκτός του τε­λευταίου εδαφίου της που έχει ως εξής: «στο άρθρο 1 του π.δ. 179/1986 (Α' 69) προστίθεται εδάφιο ιστ' ως εξής: «ιστ) Τα επιδόματα μακροχρονίως ανέργων»».

 IA.2. ΕΝΙΑΙΟ ΕΠΙΔΟΜΑ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΕΚΩΝ

1. Θεσπίζεται ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων, το οποίο αντικαθιστά τα καταργούμενα με τις υποπερι­πτώσεις 12 και 14 της παρούσας διάταξης οικογενειακά επιδόματα.

2. Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων καταβάλλεται λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των εξαρτώμενων τέ­κνων, την κλίμακα ισοδυναμίας, το ισοδύναμο εισόδημα και την εισοδηματική κατηγορία.

Ως κλίμακα ισοδυναμίας ορίζεται το σταθμισμένο άθροισμα των μελών της οικογένειας. Ο πρώτος γονέ­ας έχει στάθμιση 1, ο δεύτερος γονέας έχει στάθμιση 1/3 και κάθε εξαρτώμενο τέκνο έχει στάθμιση 1/6. Ως ισοδύναμο εισόδημα ορίζεται το καθαρό, ετήσιο, οικο­γενειακό εισόδημα (φορολογητέο εισόδημα) διαιρεμένο με την κλίμακα ισοδυναμίας.

Οι οικογένειες που δικαιούνται το ενιαίο επίδομα στή­ριξης τέκνων διαιρούνται αναλόγως του ισοδυνάμου εισοδήματος σε τέσσερις εισοδηματικές κατηγορίες, ως εξής: (Α) έως έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ που λαμβάνουν το πλήρες επίδομα, (Β) από έξι χιλιάδες και ένα (6.001) ευρώ έως δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ που λαμβάνουν τα 2/3 του επιδόματος, (Γ) από δώδεκα χιλιάδες και ένα (12.001) ευρώ έως δεκαοκτώ χιλιάδες (18.000) ευρώ που λαμβάνουν το 1/3 του επιδόματος.

Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων υπολογίζεται ανά­λογα με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων ως εξής: σαράντα (40) ευρώ ανά μήνα για ένα εξαρτώμενο τέκνο, ογδόντα (80) ευρώ ανά μήνα για δύο εξαρτώμενα τέκνα, εκατόν τριάντα (130) ευρώ ανά μήνα για τρία εξαρτώ­μενα τέκνα και εκατόν ογδόντα (180) ευρώ ανά μήνα για τέσσερα εξαρτώμενα τέκνα. Για κάθε εξαρτώμενο τέκνο πέραν του τετάρτου, καταβάλλεται, πέραν των ανωτέρω, μηνιαίο επίδομα εξήντα (60) ευρώ.

Για τον υπολογισμό της εισοδηματικής κατηγορίας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα που αναφέρεται στο εκκαθαριστικό του τρέχοντος οικονομικού έτους.

3. Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων καταβάλλεται για τέκνα προερχόμενα από γάμο, φυσικά, θετά ή ανα- γνωρισθέντα, εφόσον είναι άγαμα και δεν υπερβαίνουν το 18ο έτος της ηλικίας του ή το 19ο έτος εφόσον φοιτούν στη μέση εκπαίδευση. Ειδικά, για τα τέκνα που φοιτούν στην ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση, καθώς και σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.), το επίδομα καταβάλλεται μόνο κατά το χρόνο φοί­τησής τους που προβλέπεται από τον οργανισμό της κάθε σχολής και σε καμία περίπτωση πέρα από τη συ­μπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους. Επιπλέον, ως εξαρτώμενα τέκνα για θεμελίωση του δικαιώματος λήψης του επιδόματος, λαμβάνονται υπόψη τα τέκνα με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, καθώς και το απορφανισθέν τέκνο ή τα απορφανισθέντα τέκνα που αποτελούν ιδία οικογένεια και επήλθε θάνατος και των δύο γονέων.

4. Σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου ή υπαίτιας εγκατάλειψης των τέκνων του και οριστικής διακοπής της συγκατοίκησης ή διαζυγίου, το επίδομα καταβάλ­λεται σε όποιον έχει την κύρια ή αποκλειστική ευθύνη διατροφής των τέκνων. Το επίδομα καταβάλλεται με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και στον πατέρα, ο οποίος έχει ένα ή περισσότερα ζώντα τέκνα από διαφορετικούς γάμους, καθώς και τα νομίμως αναγνωρισθέντα ή υιοθετηθέντα από τον ίδιο, εφόσον όμως έχει την αποκλειστική ευθύνη διατροφής τους και η μητέρα δεν επιδοτείται για τα παιδιά της αυτά.

5. Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων χορηγείται κα­τόπιν αίτησης και καταβάλλεται από την 1η του επόμε­νου μήνα υποβολής της. Για τη διακοπή του επιδόματος, λόγω συμπλήρωσης των οριζομένων στην παράγραφο 3, κατά περίπτωση, ορίων, ως ημέρα γέννησης των τέκνων θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου τους έτους γέννησής τους και, προκειμένου περί φοιτητών ή σπουδαστών, η λήξη του ακαδημαϊκού ή σπουδαστικού έτους.

6. Το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων χορηγείται στις ακόλουθες κατηγορίες προσώπων εφόσον έχουν μόνιμη και συνεχή δεκαετή διαμονή στην Ελλάδα και τα εξαρ- τώμενα τέκνα τους ευρίσκονται στην Ελλάδα:

α) Έλληνες πολίτες που διαμένουν μόνιμα στην Ελ­λάδα,

β) ομογενείς αλλοδαπούς που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα και διαθέτουν δελτίο ομογενούς, γ) πολίτες κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα, δ) πολίτες των χωρών που ανήκουν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Νορβηγία, Ισλανδία και Λιχτενστά­ιν) και Ελβετούς πολίτες που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα,

ε) αναγνωρισμένους πρόσφυγες που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα, των οποίων το καθεστώς παραμονής στην Ελλάδα διέπεται από τις διατάξεις της Σύμβασης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων (ν.δ. 3989/1959, Α'201), όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων (α.ν. 389/1968, Α'125), στ) ανιθαγενείς, των οποίων το καθεστώς παραμονής στην Ελλάδα διέπεται από τις διατάξεις της Σύμβασης του 1954 για το Καθεστώς των Ανιθαγενών (ν. 139/1975, Α' 176),

ζ) δικαιούχους του ανθρωπιστικού καθεστώτος, η) πολίτες άλλων κρατών που διαμένουν νόμιμα και μόνιμα στην Ελλάδα και είναι γονείς τέκνων ελληνικής υπηκοότητας.

7. Το επίδομα της παρούσας υποπαραγράφου δεν προσμετράται στο καθαρό, ετήσιο, οικογενειακό εισό­δημα και απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά ή κράτηση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου.

8. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ρυθμίζο­νται τα θέματα διαδικασίας χορήγησης και καταβολής του επιδόματος και ο φορέας καταβολής του. Με όμοιες αποφάσεις δύναται να επανακαθοριστεί η εντεταλμένη αρχή καταβολής και να αναπροσαρμοστεί το ύψος των επιδομάτων της παρούσας διάταξης.

9. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ρυθμίζεται και κάθε θέμα σχε­τικό με την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου.

10.    Οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπο­λογισμό του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφά­λισης και Πρόνοιας.

11.    Το εισοδηματικό κριτήριο της παραγράφου 22 του άρθρου 27 του ν. 4052/2012 αναφέρεται στο καθαρό, ετήσιο, οικογενειακό εισόδημα (φορολογητέο εισόδημα) του έτους 2011, όπως αυτό δηλώθηκε στη φορολογική δήλωση των δικαιούχων. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται υποχρεωτικά για τις καταβολές του τελευταίου διμήνου του 2012. Τυχόν καταβολές που έγιναν μέχρι τη δημο­σίευση του παρόντος νόμου σε υπερβαίνοντες τα όρια της παραγράφου 22 του άρθρου 27 του ν. 4052/2012 δεν αναζητούνται.

12.    Οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου 63 του ν. 1892/1990 και η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν. 3454/2006, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, καθώς και η κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα νομοθεσία, καταρ­γούνται από 1.11.2012.

13.    Η παράγραφος 3 του άρθρου 21 του ν. 4025/2011 και η παράγραφος 22 του άρθρου 27 του ν. 4052/2012, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, καταργούνται από 1.1.2013.

14.    Το άρθρο 63 του ν. 1892/1990, η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του ν. 3454/2006, το άρθρο 6 του ν. 3631/2008, τα άρθρα 42 και 43 του ν. 3918/2011, όπως τροποποιή- θηκαν και ισχύουν, παύουν να ισχύουν από την έναρξη εφαρμογής της παρούσας διάταξης, όσο αφορά στη χορήγηση και καταβολή των προϋφιστάμενων οικογε­νειακών επιδομάτων. Ομοίως καταργούνται και οι κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις και κάθε άλλη απόφαση με την οποία ρυθμίζεται η καταβολή των επιδομάτων που αντικαθίστανται με το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων.

15.    Κάθε διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου παύει να ισχύει από την έναρξη εφαρμογής της, όσο αφορά στη χορήγηση και καταβολή των προϋφιστάμενων οικογενειακών επιδο­μάτων. Το αφορολόγητο ποσό της παρ. 2 του άρθρου

9  του ν. 2238/1994 (Α'151) αντικαθίσταται από το προ- βλεπόμενο σε αυτή την υποπαράγραφο επίδομα από 1ης Ιανουαρίου 2013.

16.    Η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπα­ραγράφου άρχεται την 1.1.2013 εκτός αν ορίζεται άλλως στις προηγούμενες παραγράφους.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ.3. ΠΙΛΟΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΛΑ­ΧΙΣΤΟΥ ΕΓΓΥΗΜΕΝΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

1. Τίθεται σε πιλοτική εφαρμογή πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε δύο περιοχές της Επικρά­τειας με διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά χαρακτηρι­στικά, οι οποίες θα οριστούν με την κοινή υπουργική απόφαση της περίπτωσης 3 της παρούσας υποπαρα- γράφου.

2. Το πρόγραμμα απευθύνεται σε άτομα και οικο­γένειες που διαβιούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, παρέχοντας στους δικαιούχους ενίσχυση εισοδήματος συνδυαζόμενη με δράσεις κοινωνικής επανένταξης. Το πρόγραμμα λειτουργεί συμπληρωματικά με τις εκάστο­τε εφαρμοζόμενες πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθο­ρίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρούσας υποπαραγράφου, ιδίως δε:

α. Οι δικαιούχοι για ένταξη στο πρόγραμμα.

β. Η βάση υπολογισμού και το ύψος του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για κάθε άτομο ή οικογένεια.

γ. Οι διαδικασίες ένταξης στο πρόγραμμα και κατα­βολής της παροχής ως διαφοράς μεταξύ του πραγ­ματικού εισοδήματος και του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

δ. Οι αρμόδιες υπηρεσίες για την εφαρμογή του προ­γράμματος, καθώς και η επιλογή των δύο περιοχών της Επικράτειας όπου θα εφαρμοστεί πιλοτικά το πρό­γραμμα.

4. Η πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος αρχίζει την 1.1.2014.

ΙΑ.4. ΑΥΞΗΣΗ ΟΡΙΩΝ ΗΛΙΚΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ

1. Από 1.1.2013 για τη συνταξιοδότηση των ασφαλισμέ­νων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρό­νοιας και της Τράπεζας της Ελλάδος, εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις του ν. 3863/2010 (Α'115), όπως ισχύει, ως προς τα όρια ηλικίας και το χρόνο ασφάλισης, όπως αυτά διαμορφώνονται με τις ανωτέρω διατάξεις από 1.1.2015.

2. Από 1.1.2013, όλα τα όρια ηλικίας της παραγράφου

1, καθώς και όλα τα ισχύοντα την 31.12.2012 όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφά­λισης και Πρόνοιας και της Τράπεζας της Ελλάδος, όπου αυτά προβλέπονται, αυξάνονται κατά δύο (2) έτη.

3. Από την αύξηση των ορίων ηλικίας ή/και του χρό­νου ασφάλισης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού εξαιρούνται: α) οι ασφαλισμένες που θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις ως μητέρες ανίκανων για κάθε βιοποριστική εργασία τέκνων, καθώς και οι χήροι πατέρες ανίκανων για κάθε βιοποριστική ερ­γασία τέκνων, β) οι ασφαλισμένοι στους ανωτέρω φορείς κοινωνικής ασφάλισης που έχουν ενταχθεί σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας του ν. 4024/2011 (Α' 226).

4. Θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα μέχρι

31.12.2012,   λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης και ορίων ηλικίας, όπου αυτά προβλέπονται, δεν θίγονται και δύνανται να ασκηθούν οποτεδήποτε.

5. Οι ασφαλισμένοι των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλι­σης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, οι οποίοι μέχρι 31.12.2012 έχουν κατοχυρώσει ή κατοχυρώνουν τις κατ’ έτος προβλε- πόμενες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, όπως αυτές καθορίζονται με το άρθρο 10 του ν. 3863/2010 (Α'115), όπως ισχύει, ή από προγενέστερες γενικές ή άλλες διατάξεις, δύνανται να συνταξιοδοτηθούν με τις προϋ­ποθέσεις του ορίου ηλικίας και του χρόνου ασφάλισης που κατά περίπτωση κατοχυρώνουν.

6. Από 1.1.2014 το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 3996/2011 (Α' 170) Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 64ου έτους της ηλικίας.

Για τους συνταξιούχους λόγω αναπηρίας καθώς και για τα τέκνα που λαμβάνουν σύνταξη λόγω θανάτου του γονέα τους δεν απαιτείται όριο ηλικίας.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ.5. ΜΕΙΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑ­ΠΑΞ ΒΟΗΘΗΜΑΤΩΝ

1. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων άνω των 1.000,00 ευρώ από οποια- δήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία μειώνονται ως εξής:

α. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος άνω των 1.000,01 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ.

β. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 1.500,01 ευρώ έως 2.000,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που ενα­πομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ.

γ. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 2.000,01 ευρώ έως 3.000,00 ευρώ μειώνεται κατά ποσοστό 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ.

δ. Ποσό σύνταξης ή συντάξεων από 3.000,00 ευρώ και άνω μειώνεται κατά ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτω­ση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ.

Στο ως άνω άθροισμα λαμβάνονται υπόψη τα μερί­σματα, καθώς και κάθε είδους προσαυξήσεις. Επί του αθροίσματος αυτού το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα.

Για τον υπολογισμό του ποσοστού της μείωσης λαμ- βάνεται υπόψη το καταβλητέο ποσό συντάξεως ή του ως άνω αθροίσματος την 31.12.2012 μετά τις μειώσεις και τις παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων.

Από τις ανωτέρω μειώσεις εξαιρούνται οι συνταξιού­χοι που προβλέπονται από τις διατάξεις των εδαφίων 4 και 5 της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 (Α' 226) και του ν. 612/1977, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

2. Στους ασφαλισμένους μέχρι 31.12.1992 που αποχώρη­σαν ή θα αποχωρήσουν της υπηρεσίας από 1.8.2010 και μετά, στους οποίους δεν έχει εκδοθεί η σχετική από­φαση χορήγησης του εφάπαξ βοηθήματος, το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος μειώνεται ποσοστιαία κατά φορέα- τομέα πρόνοιας. Συγκεκριμένα: στον Τομέα Πρόνοιας Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου του ΤΑΠΙΤ κατά 2,21%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Τσιμέντων του ΤΑΠΙΤ κατά 17,35%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσω­πικού Ιπποδρομιών του ΤΑΠΙΤ κατά 18,38%, στον Τομέα Πρόνοιας Ξενοδοχοϋπαλλήλων του ΤΑΠΙΤ κατά 29,77%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Φαρμακευτικών Ερ­γασιών του ΤΑΠΙΤ κατά 63,91%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων του ΤΑΠΙΤ κατά 41,52%, στον Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ κατά 22,67%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ κατά 42,29%, στον Τομέα Πρόνοιας Ορ­θόδοξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος του ΤΠΔΥ κατά 36,94%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Ταμείου Νο­μικών του ΤΠΔΥ κατά 52,21%, στον Τομέα Πρόνοιας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ κατά 6,19%, στον Τομέα Πρόνοιας Εφημ/λών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Αθηνών του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ κατά 8,21%, στον Τομέα Πρόνοιας Εφημ/λών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Θεσσαλονίκης του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ κατά 28,41%, στον Κλά­δο Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ κατά 3,84%, στον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Ιονικής -Λα­ϊκής Τράπεζας του ΤΑΥΤΕΚΩ κατά 41,17%, στον Τομέα Πρόνοιας Μηχανικών και Εργοληπτών ΔημοσίωνΈργων του ΕΤΑΑ κατά 17,42%, στον Τομέα Πρόνοιας Δικηγόρων Αθηνών του ΕΤΑΑ κατά 32,80%, στον Τομέα Πρόνοιας Εργοληπτών Δημοσίων Έργων του ΕΤΑΑ κατά 83,00%, στον Τομέα Πρόνοιας Αστυνομικών του ΤΕΑΠΑΣΑ κατά 1,94%, στον Τομέα Πρόνοιας Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων του ΤΕΑΠΑΣΑ κατά 45,49%, στο Λογαριασμό Πρόνοιας Υπαλλήλων ΙΚΑ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά 35,11%. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλει­ας και Πρόνοιας μετά από τεκμηριωμένη εισήγηση του Δ.Σ. των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης πλην του Τομέα Πρόνοιας Δη­μοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ μπορεί να αυξομειώνεται το ανωτέρω οριζόμενο ποσοστό μείωσης μέχρι 35%.

3. Οι ανωτέρω μειώσεις στους ασφαλισμένους του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ και του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ διενεργούνται μετά την εφαρμογή των μειώσεων που προβλέπονται με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011 (Α' 226).

4. Η ποσοστιαία μείωση 42,29%, καθώς και κάθε μετα­βολή αυτής, στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χο­ρηγεί ο Τομέας ΝΠΔΔ του ΤΠΔΥ για χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε μετά την 1.1.2006 έχει εφαρμογή και στο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται οι αποχωρούντες υπάλληλοι, ασφαλισμένοι στο καθε­στώς του ν. 103/1975 (Α'167), από το νομικό πρόσωπο στο οποίο τηρείτο ο λογαριασμός του ν. 103/1975 (Α'167) για χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε μέχρι 31.12.2005, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 3232/2004 (Α'48).

5. Στα πρόσωπα που δεν έχουν καταβάλει ασφαλι­στικές εισφορές για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης καταβάλλεται η αποζημίωση, λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία για οποιονδήποτε λόγο, του ν. 3198/1955 (Α' 98) σε συνδυ­ασμό με το ν. 2112/1920 (Α' 67) όπως ισχύουν. Το ποσό της καταβαλλόμενης αποζημίωσης είναι ανάλογο με το χρόνο υπηρεσίας που έχει πραγματοποιηθεί εκτός της ασφάλισης σε φορέα-τομέα πρόνοιας προς το συ­νολικό χρόνο υπηρεσίας τους. Σε καμία περίπτωση η εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 15.000,00 ευρώ.

6. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που ορίζει δια­φορετικά τα θέματα των προηγούμενων περιπτώσεων καταργείται.

7. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που εκδίδεται μέχρι 31.12.2012, μετά από σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, καθορίζεται η νέα τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές των φορέων - τομέων πρόνοιας, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίησή της. Από

1.1.2014  το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σε όλους τους ασφαλισμένους των φορέων - τομέων πρόνοιας υπολογίζεται σύμφωνα με τη νέα τεχνική βάση για τις εφάπαξ παροχές.

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ.6. ΑΝΩΤΑΤΟ ΟΡΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕ- ΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ-ΑΝΑΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗ­ΡΩΜΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ.

1. Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τους ασφαλιζόμενους από 1.1.1993 μισθωτούς που προβλέπε- ται στην περίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 2084/1992 (Α' 165), όπως αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3232/2004 (Α' 48), ισχύει από 1.1.2013 και για τους υπαχθέντες στην ασφά­λιση μέχρι 31.12.1992 μισθωτούς των φορέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας συμπερι­λαμβανομένων του ΝΑΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος. Όπου από γενική ή καταστατική διάταξη προβλέπεται μεγαλύτερο ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών, αυτό διατηρείται.

2. Αξιώσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρ­μοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που αφορούν την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών παραγράφονται μετά εικοσαετία από την τελευταία καταβολή. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.

3. Από 1.1.2013 τα επιδόματα και δώρα εορτών Χρι­στουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάτα­ξη νόμου ή κανονιστική πράξη ή καταστατική διάταξη για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων και τομέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής

Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθώς και του ΟΓΑ, του ΝΑΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος καταργούνται. Κατ’ εξαί­ρεση παραμένει σε ισχύ το άρθρο 32 του ν. 3896/2010, όπως ισχύει.

4. Από 1.1.2013 διακόπτεται η καταβολή της σύντα­ξης από το ΕΤΕΑ (τέως ΕΤΕΑΜ) στους εκπροσώπους συνδικαλιστικών οργανώσεων και τα δικαιοδόχα μέλη τους που συνταξιοδοτήθηκαν για την ιδιότητά τους αυτή με βάση καταστατικές διατάξεις του τ. Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Εκπροσώπων και Υπαλλήλων Εργατικών Επαγγελματικών Οργανώσεων (ΤΕΑΕΥΕΕΟ) του α.ν. 971/1937 (Α' 482). Κατ’ εξαίρεση, εξακολουθούν να καταβάλλονται συντάξεις στα πρόσωπα της ανωτέ­ρω κατηγορίας και τα δικαιοδόχα μέλη τους, εφόσον δεν εργάζονται και δεν λαμβάνουν σύνταξη από άλλο φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, ή το Δημόσιο.

Από την ίδια ως άνω ημερομηνία εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ) οι εκπρόσωποι συνδι­καλιστικών οργανώσεων που απέκτησαν την ιδιότητά τους αυτή μέχρι τη συγχώνευση του τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ στο ΕΤΕΑΜ.

Οι ασφαλισμένοι του τ. ΤΕΑΕΥΕΕΟ, οι οποίοι ήταν υπάλληλοι συνδικαλιστικών οργανώσεων ή του συγ- χωνευθέντος Ταμείου, καθώς και οι συνταξιούχοι της κατηγορίας αυτής, διέπονται από 1.1.2013 από τις κατα­στατικές διατάξεις του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ), καθώς και τις διατάξεις της γενικότερης νομοθεσίας, όπως ισχύουν. Οι εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί μέχρι 31.12.2012 οριστική απόφαση συντα- ξιοδότησης, διέπονται από τις καταστατικές διατάξεις του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ).

5. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ανασφάλιστων υπε­ρηλίκων του ν. 1296/1982 (Α' 128), όπως ισχύει, κατα­βάλλεται, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προ­ϋποθέσεις:

α. Έχουν συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας τους.

β. Δεν λαμβάνουν ή δεν δικαιούνται οι ίδιοι σύνταξη από οποιονδήποτε Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή το Δημόσιο στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, ανεξαρτήτως ποσού, και επίσης, σε περίπτωση εγγάμων, δεν λαμβάνει ο/η σύζυγός τους σύνταξη μεγαλύτερη από το πλήρες ποσό της συνταξιοδοτικής παροχής, λόγω γήρατος, του άρθρου 4 του ν. 4169/1961.

γ. Διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα τα τελευ­ταία είκοσι (20) έτη πριν την υποβολή της αίτησης για συνταξιοδότηση και εξακολουθούν να διαμένουν κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησής τους.

δ. Το συνολικό ετήσιο ατομικό φορολογητέο εισόδημά τους, καθώς και το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημά τους δεν υπερβαίνει το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων είκοσι (4.320) ευρώ ή, στην περίπτωση εγγάμων, το συνολικό ετήσιο οικο­γενειακό φορολογητέο εισόδημα, καθώς και το απαλ­λασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των οκτώ χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (8.640) ευρώ.

Εξαιρούνται της παροχής οι μοναχοί/ες οι οποίοι δι­αμένουν σε Ιερές Μονές και συντηρούνται από αυτές και όσοι εκτίουν ποινή φυλάκισης.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας μετά γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΓΑ και του ΣΚΑ καθορίζονται τα δι- καιολογητικά που απαιτούνται για την απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στις πε­ριπτώσεις β' έως δ' της προηγούμενης παραγράφου, και η διαδικασία ελέγχου των εισοδηματικών κριτηρίων, καθώς και οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε όσους υπο­βάλλουν ανακριβή στοιχεία.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας δύνανται να αναπροσαρμόζονται τα ποσά που αναφέρονται στην περίπτωση δ'.

Εκκρεμείς αιτήσεις, καθώς και αιτήσεις που υποβάλλο­νται μέχρι 31.12.2012 κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος πλην του ορίου ηλικίας που ορίζεται το 65ο έτος.

Με τα κριτήρια που ορίζονται στις περιπτώσεις β' έως και δ' της παρούσας ρύθμισης, επανακρίνονται από

1.1.2013  και όσοι έχουν ήδη καταστεί συνταξιούχοι.

6. Εισφορές ασφαλισμένων του ΟΓΑ για υγειονομική περίθαλψη που δεν έχουν καταβληθεί εμπρόθεσμα για χρόνο ασφάλισης μέχρι 31.12.2012, επαναϋπολογίζονται με ποσοστό 2,50% επί του ποσού της ασφαλιστικής κατηγορίας του άρθρου 4 του ν. 2458/1997 (Α'15) στην οποία είχαν καταταγεί και ισχύει κατά το χρόνο κατα­βολής των εισφορών.

7. Όπου από τις κείμενες διατάξεις του ΟΓΑ αναφέ- ρεται το 64ο έτος της ηλικίας αντικαθίσταται από το 66ο και όπου το 65ο από το 67ο.

8. Από 1.7.2013 η Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνι­κής Ασφάλισης Α.Ε. «Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.» του ν. 3607/2007 (Α' 245) καθίσταται ενιαίος φορέας ελέγχου και πληρω­μών συντάξεων των δικαιούχων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και του Δημοσίου. Από 1.1.2013 μέχρι την

30.6.2013 οι πληρωμές των συντάξεων διενεργούνται από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά την ολο­κλήρωση της διαδικασίας των επόμενων παραγράφων.

Από 1.12.2012 η Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. συγκεντρώνει, ελέγχει και διασταυρώνει τα στοιχεία των συντάξεων των δικαιού­χων των Φ.Κ.Α. και υπολογίζει το ποσό της μείωσης για τους συνταξιούχους, καθώς και για όσους λαμβάνουν συντάξεις από περισσότερους του ενός φορέα.

Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης εποπτείας Υπουρ­γείων Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Εθνικής Άμυνας και το Δημόσιο αποστέλλουν έως τη 10η ημέρα κάθε μήνα στην Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε., σε ηλεκτρονική μορφή μηνιαίο αρχείο πληρωμών συντάξεων, στο οποίο περιέχονται αναλυτικά και ανά συνταξιούχο τα ποσά των συντάξεων που καταβάλλει ο κάθε φορέας.

Τα Αρχεία Πληρωμών Συντάξεων περιέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία ταυτοποίησης (Α.Μ.Κ.Α., Α.Φ.Μ. κ.λπ.). Σε περίπτωση ελλιπών στοιχείων η επεξεργασία υλο­ποιείται στα διαθέσιμα στοιχεία και στους ταυτοποιη- μένους συνταξιούχους.

Οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πραγματοποιούν τις μεταβολές των ποσών συντάξεων για τις οποίες έχουν ενημερωθεί από την Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε..

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, μετά από γνώμη του Δ.Σ. της Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε., του Σ.Κ.Α. και γνώμη της Γ.Γ.Π.Σ. που εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημο­σίευση του νόμου ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις υποχρεώσεις των Φ.Κ.Α., τις υποχρεώσεις της Η.ΔΙ.Κ.Α. ΑΕ., θέματα διασταυρώσεων και ταυτοποίησης στοιχεί­ων προσώπων και αλληλοενημερώσεων μεταξύ Η.ΔΙ.Κ.Α.

ΑΕ. και Γ.Γ.Π.Σ., καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την υλοποίηση του παρόντος.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των ασφαλιστικών οργανισμών με τις ανωτέρω διατάξεις, οι Πρόεδροι και οι Διοικητές των ανωτέρω οργανισμών κηρύσσονται αυτοδικαίως έκπτωτοι μετά παρέλευση ενός διμήνου από τις οριζόμενες για την εφαρμογή της διάταξης αυτής προθεσμίες.

Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.

9. Η προβλεπόμενη από τη διάταξη της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν.δ. 2963/1954 (Α' 195), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, εισφορά 0,75% επί των ημερομισθίων και μισθών των εργαζομένων υπέρ του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, η οποία βαρύνει τον οικείο εργοδότη, καταργείται από 1ης Νοεμβρίου 2012.

10.    Η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της περίπτω­σης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 678/1977 (Α'246) και του εδάφιου Γ' του άρθρου 7 του ν. 3144/2003 (Α'111) εισφορά 0,35% υπέρ Οργανισμού Εργατικής Εστί­ας, η οποία βαρύνει τον οικείο εργοδότη, καταργείται από 1ης Νοεμβρίου 2012.

11.    Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας δύναται να καθοριστεί και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή των περιπτώ­σεων 9 και 10 της παρούσας υποπαραγράφου.

 

 

 

Οικονομικά Νέα

Copyright © 2010 Ε.Φ.Ε.Ε.Θ. - Ένωση Φοροτεχνικών Ελεύθερων Επαγγελματιών Θεσσαλονίκης. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.

Developed by AigidaNet